Στην πρεσβεία του Βελγίου, στην Κύπρο, τουλάχιστο, τελούν γάμους μεταξύ αντρών, αλλά όχι μεταξύ γυναικών!!!!!!!!!! (τούτη εν εν ατάκα, εν η πραγματικότητα!!!!!!)
«Τα παιδιά μας πρέπει να τα μεγαλώνουμε και να τους βάζουμε όρια σύμφωνα (και) με το φύλο τους»!!!!!!!!!!!
«Εν μπορείς την κόρη σου να την μεγαλώσεις όπως τον γιο σου, ούτε τον γιο σου όπως την κόρη σου»....
Γενικά, η συζήτηση αναφορικά με τη βία κατά των γυναικών κινείται κατά κανόνα σε επιφανειακό επίπεδο. Κι αυτό εξ αιτίας του ότι θεωρείται πια «ξεπερασμένο» θέμα και χιλιοειπωμένο. Η αλήθεια είναι ότι άπειρες συζητήσεις έχουν γίνει και γίνονται επί του θέματος. Σπάνια όμως σε βάθος και στην ουσία. Κι εδώ ακριβώς έγκειται το πρόβλημα. Γιατί η συνεχής επανάληψη του θέματος έχει «κουράσει» κι έχει αφήσει την ψευδαίσθηση ότι η συζήτηση γύρω από αυτό έχει «εξαντληθεί». Κι όμως, στην πραγματικότητα, η συζήτηση αυτή σχεδόν ποτέ δεν γίνεται διεξοδικά και ειλικρινά. Συνήθως, ίσα που ξύνεται η επιφάνεια του ζητήματος και η συζήτηση κλείνει πριν φτάσει στο ζουμί.
Συχνά, οι συζητήσεις γύρω από τη βία ενάντια στις γυναίκες γίνονται με αφορμή κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό. Το κακό είναι ότι, με πρόφαση ότι στόχος πρέπει να είναι πέρα από την θεωρητική προσέγγιση του θέματος και η έμπρακτη βοήθεια προς τη συγκεκριμένη γυναίκα, η συζήτηση καταλήγει σε απλή φιλανθρωπία και προσπάθειες επίκλησης όχι της ουσιαστικής αλληλεγγύης μας προς το θύμα, αλλά των φιλανθρωπικών μας συναισθημάτων απέναντί της.
Από την άλλη, με την ισοπεδωτική δικαιολογία πάντα ότι αιτία του φαινομένου είναι όχι τα άτομα τα ίδια που προβαίνουν στη άσκηση βίας, αλλά η κοινωνία γενικότερα και αόριστα (πόσο συμφέρον, αλήθεια…), ακόμα και οι πιο ευαίσθητοι και, κατά τ’ άλλα, πολιτικοποιημένοι, δίνουν συγχωροχάρτι στους θύτες. Και η πρόφαση είναι ότι και οι θύτες ουσιαστικά θύματα είναι, αφού στην κοινωνία που ζούμε, η οποία αποδέχεται και προωθεί πολλές φορές τη βία και τον σεξισμό, τέτοια φαινόμενα είναι αναπόφευκτα. Βέβαια και οι θύτες είναι κι αυτοί θύματα αυτής της κοινωνίας, η οποία μας διαπλάθει με συγκεκριμένα πρότυπα και όπου η ιεραρχία θριαμβεύει ακόμα και στις διαπροσωπικές σχέσεις των μελών της. Δεν είναι το ίδιο όμως. Δεν μπορεί να εξισωθεί ο θύτης με το θύμα. Δεν βρίσκονται ακριβώς στην ίδια κατάσταση, στην ίδια θέση. Γιατί ο ένας κάνει χρήση της εξουσίας του απέναντι στην άλλη, η οποία υφίσταται τη βία. Και στο κάτω κάτω, ποια είναι αυτή η κυρία κοινωνία? Δεν είναι όλοι και όλες εμείς που αποτελούμε αυτή την περιβόητη κοινωνία? Δεν έχουμε ο καθένας και η καθεμιά μας ευθύνες για το πώς είναι η κοινωνία? Και δεν έχουν ακόμα περισσότερες ευθύνες, σε σχέση μάλιστα με τα θύματά τους, εκείνοι που ασκούν και επιβάλουν την εξουσία τους (ακόμα και την φανταστική εξουσία τους) μέσω τέτοιου είδους βίας?
Σε αυτή την ανάρτηση δεν με ενδιαφέρει και τόσο πολύ το να ασχοληθώ με το πόσο αποτρόπαιη και καταδικαστέα πράξη είναι η βία ενάντια στις γυναίκες και η ενδοοικογενειακή βία. Αυτά είναι αυτονόητα και χιλιοειπωμένα. Δεν νομίζω να έχω κάτι καινούριο να πω. Δεν μπορώ όμως και να αποφύγω να επαναληφθώ υποστηρίζοντας ξανά πως και για αυτά τα φαινόμενα φταίνε οι ιεραρχικές δομές του κοινωνικού συστήματος στο οποίο ζούμε και ότι ο μόνος τρόπος για την απάλειψη τέτοιων φαινομένων θα ήταν η ανατροπή του παρόντος συστήματος και η επαναδόμηση της κοινωνίας με μη ιεραρχικό τρόπο. Οι πράξεις βίας ενάντια στις γυναίκες και ενδοοικογενειακής βίας είναι βέβαια απεχθείς και καταδικαστέες. Πώς και γιατί όμως οι πράξεις αυτές συνιστούν διόλου σπάνιο φαινόμενο μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες, όπου η ισότητα των φύλων έχει θεωρητικά «επιτευχθεί» και ενώ νομοθεσίες έχουν θεσπιστεί για την προστασία των θυμάτων και την παρεμπόδιση τέτοιων φαινομένων;
Οι πατριαρχικές δομές στις οποίες βασίζεται η υπάρχουσα κοινωνία είναι που επιτρέπουν την ύπαρξη φαινομένων βίας ενάντια στις γυναίκες και ενδοοικογενειακής βίας. Γιατί η πατριαρχία έχει εμπεδώσει με αποτελεσματικό τρόπο δυστυχώς στις συνειδήσεις των ατόμων ότι ο άντρας αντιπροσωπεύει τη δύναμη στην οποία η γυναίκα «οφείλει» να υποκύπτει και να παραδίδεται και σε αντίθετη περίπτωση, ο άντρας έχει το «δικαίωμα» ή/και ακόμα την «υποχρέωση» να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο για να την «δαμάσει». Και αφού, σύμφωνα πάντα με τις πατριαρχικές αντιλήψεις, ο άντρας είναι το πρότυπο της σωματικής δύναμης, η σωματική βία είναι ένα «θεμιτό» μέσο που ένας άντρας «δικαιούται» να χρησιμοποιήσει για να υποτάξει μια γυναίκα.
Τέτοιες πατριαρχικές αντιλήψεις συντηρούνται, αναπαράγονται και διαιωνίζονται και από το καπιταλιστικό σύστημα. Διάφορες εταιρείες διαφημίζουν τα προϊόντα τους χρησιμοποιώντας εικόνες ξεκάθαρης βίας εναντίον των γυναικών, όπως
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αποδοχή τέτοιων εικόνων ως «κανονικές» και την προώθηση της βίας κατά των γυναικών ως πράξη «φυσιολογική», κοινωνικά αποδεκτή και θεμιτή.
Νόμοι μπορεί να έχουν θεσπιστεί στις σύγχρονες κοινωνίες για την ποινικοποίηση της βίας ενάντια στις γυναίκες και της ενδοοικογενειακής βίας. Οι νόμοι όμως πώς μπορούν να βοηθήσουν όταν αυτοί που έχουν ως ρόλο την τήρηση των νόμων δεν πιστεύουν στο περιβόητο πνεύμα του νόμου? Ο νόμος πώς μπορεί να προστατέψει τα θύματα όταν αυτά θυματοποιούνται ξανά από τα ίδια τα όργανα του νόμου? Γιατί όταν μία γυναίκα θύμα βίας αποταθεί στις αρχές για να καταγγείλει το περιστατικό βίας, τότε έρχεται αντιμέτωπη με τους λειτουργούς των θεσμών, οι οποίοι κατά κανόνα είναι καλά γαλουχημένοι με πατριαρχικές αντιλήψεις, οι οποίες τους κάνουν να ταυτίζονται πιο πολύ με τον θύτη παρά με το θύμα. Και έτσι, ακόμα κι όταν μια γυναίκα τολμήσει να καταγγείλει τον θύτη της στην αστυνομία, για παράδειγμα, το όργανο του νόμου, καθήκον του οποίου είναι υποτίθεται η εφαρμογή του νόμου και η παραπομπή του θύτη ενώπιον της δικαιοσύνης, αντί να πράξει το καθήκον του, προσπαθεί να «νουθετήσει» το θύμα με παρατζιελιές του τύπου «πήαινε μάνα μου πίσω στον άντρα σου τζιαι στα κουπελλούθκια σου. Εν κρίμα να διαλύσεις το σπίτι σου για μια παρεξήγηση. Τζιαι πρόσεχε τζιαι εσύ λίο ίνταλως του μιλάς, μεν τον νευριάζεις για να σε δέρνει». Παρόμοιου τύπου συμβουλές δίνουν όχι μόνο άντρες αστυνομικοί, αλλά και γυναίκες κοινωνικοί λειτουργοί των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας…
Από την άλλη, το κυπριακό κράτος δεν λειτουργεί ούτε ένα καταφύγιο για τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Το μοναδικό καταφύγιο που υπάρχει στην Κύπρο διαχειρίζεται Μη Κυβερνητική Οργάνωση και οι πόρτες του είναι ερμητικά κλειστές στις μετανάστριες χωρίς χαρτιά. Και εδώ ακριβώς εγείρονται ερωτήματα και για τον ρόλο ΜΚΟ και το δικό τους μερίδιο ευθύνης. Γιατί μια γυναίκα μετανάστρια χωρίς χαρτιά που είναι θύμα βίας και της κλείνουν την πόρτα ακόμα και ΜΚΟ, τί επιλογές έχει; Στην αστυνομία δεν μπορεί να αποταθεί για ευνόητους λόγους. Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας αρνούνται επίσης να την στηρίξουν με το πρόσχημα ότι δεν έχει χαρτιά. Κατά τ’ άλλα, όλοι οι «αρμόδιοι» σπεύδουν να καταδικάσουν δήθεν κάθε φαινόμενο βίας ενάντια γυναικών.
Για σκοπούς πρόληψης κι αντιμετώπισης φαινομένων βίας κατά των γυναικών κι ενδοοικογενειακής βίας, διάφοροι οργανισμοί, κυβερνητικοί και μη, πραγματοποιούν σχετικές εκστρατείες. Το παράδοξο είναι ότι οι εκστρατείες αυτές συνήθως επιστρατεύουν φωτογραφίες – στερεότυπα που απεικονίζουν κακόμοιρες, ξυλοδαρμένες και φοβισμένες γυναίκες ή/ και παιδιά που κλαίνε. Τέτοιες στερεότυπες εικόνες έχουν ως μοναδικό σκοπό να προκαλέσουν τον οίκτο και τα φιλάνθρωπα αισθήματα του κοινού. Στην ουσία, τέτοιες αναπαραστάσεις όχι μόνο δεν μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη κι αντιμετώπιση φαινομένων βίας κατά των γυναικών κι ενδοοικογενειακής βίας, αλλά προωθούν μια στερεότυπη εικόνα σε σχέση με τα θύματα, την οποία και κανονικοποιούν, αφού αυτή αναπαράγεται τόσες πολλές φορές που εντυπώνεται στις συνειδήσεις των δεκτών της, δηλαδή των ανθρώπων που απαρτίζουν μια κοινωνία ως «συνηθισμένη», «κανονική» και άρα, αποδεκτή. Ακόμα, τέτοιες απεικονίσεις υποβιβάζουν τη συζήτηση που αφορά στη βία ενάντια στις γυναίκες σε ζήτημα αισθημάτων οίκτου και φιλανθρωπίας, αποφεύγοντας την πολιτικοποίηση της συζήτησης.